ανήκω
ρήμα1. Αποτελώ ιδιοκτησία κάποιου προσώπου, ομάδας ή φορέα.
2. Εντάσσομαι ή είμαι μέλος σε ομάδα, συλλογικότητα, κατηγορία ή σύνολο.
3. Λειτουργώ ή θεωρούμαι ως τμήμα ή υποσύνολο ενός ευρύτερου συνόλου.
Συνώνυμα
εντάσσομαι συγκαταλέγομαι υπάγομαι υπόκειμαι κατατάσσομαι περιλαμβάνομαι συμπεριλαμβάνομαι είμαι βρίσκομαι σχετίζομαι συνδέομαι χωρώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αυτό το σπίτι ανήκει στην αδελφή μου.
- Εγώ ανήκω σε μια ομάδα εθελοντών.
- Αυτή η ιδέα δεν ανήκει εδώ.
- Οι ευθύνες ανήκουν στους διοργανωτές.
- Η παράδοση αυτή ανήκει στον 19ο αιώνα.
- Νιώθω ότι ανήκω κάπου.