αποκατάσταση

ουσιαστικό

1. Επαναφορά ενός αντικειμένου, κτιρίου, έργου ή δομής στην προηγούμενη μορφή, κατάσταση ή λειτουργία του μετά από φθορά, βλάβη ή αλλοίωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποκατάσταση του ασθενούς μετά το ατύχημα διήρκεσε μήνες.
  • Η αποκατάσταση του ιστορικού κτιρίου ολοκληρώθηκε πέρυσι.
  • Η αποκατάσταση του δάσους μετά τις πυρκαγιές απαιτεί συνεργασία πολλών φορέων.
  • Η αποκατάσταση της αδικίας περιελάμβανε και οικονομική αποζημίωση.
  • Η αποκατάσταση των δεδομένων από το αντίγραφο ασφαλείας ολοκληρώθηκε επιτυχώς.