απελευθερώνω
ρήμα1. Αποδεσμεύω πρόσωπο, ομάδα ή ζώο από δεσμά, αιχμαλωσία ή καταναγκασμό, επαναφέροντάς το/τα στην ελευθερία.
2. Αφαιρώ περιορισμούς ή δεσμεύσεις από πόρους, πληροφορίες ή κεφάλαια, κάνοντάς τα διαθέσιμα για χρήση.
Συνώνυμα
ελευθερώνω λύω αποδεσμεύω απεγκλωβίζω απεμπλέκω εκλύω κυκλοφορώ απαλλάσσω διασώζω εκπέμπω ξεμπερδεύω αφήνω αποσυμφορώ ξεδένω ξεμπλέκω ξεπαγώνω εκκρίνω λυτρώνω ξεμπλοκάρω απολύω ενεργοποιώ ξεκλειδώνω
Αντώνυμα
φυλακίζω υποδουλώνω δεσμεύω εγκλωβίζω καταλαμβάνω υποτάσσω απορροφώ εκβιάζω επιτάσσω καθηλώνω στριμώχνω συγκρατώ σφηνώνω φυλάσσω πιάνω κρατάω απασχολώ τραβώ αναγκάζω εμποδίζω πιέζω κρεμάω μπλοκάρω ανακρίνω δαγκώνω εξαναγκάζω κατακρατώ καταστέλλω πλακώνω συνθλίβω φρουρώ χειραγωγώ συλλαμβάνω κρατώ περιορίζω καταπιέζω παγιδεύω απομονώνω ακινητοποιώ ανακόπτω αναχαιτίζω βασανίζω επιβαρύνω παρακωλύω σέρνω σφίγγω σύρω τιμωρώ υποβάλλω φιμώνω φορτώνω κλείνω ελέγχω τραβάω πατάω κυνηγώ κλειδώνω αρπάζω κολλάω κατέχω δεσμεύομαι κωλύω ρυμουλκώ σφαγιάζω υπαγορεύω διώκω καταπνίγω κυριεύω φρακάρω στερώ δένω σφραγίζω ρουφάω κυνηγάω εμπλέκω φορτίζω καταβροχθίζω
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα απελευθερώνω το πουλί από το κλουβί.
- Με το να συγχωρώ, απελευθερώνω τον εαυτό μου από το βάρος της ενοχής.
- Όταν καίω ξύλα στο τζάκι, απελευθερώνω θερμότητα και καπνό.
- Με τη μεταρρύθμιση απελευθερώνω την αγορά από γραφειοκρατικά εμπόδια.
- Κάθε φορά που διαγράφω παλιά αρχεία, απελευθερώνω χώρο στον σκληρό δίσκο.