ρουφάω

ρήμα

1. Δημιουργώντας αναρρόφηση, προσελκύω και εισάγω στο στόμα ή σε σωλήνα υγρό, αέρα ή άλλο ρευστό.

2. Αφαιρώ υγρά, σκόνη ή αέρα από επιφάνειες ή χώρους με ροή αναρρόφησης ή με χρήση συσκευής που δημιουργεί αναρρόφηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Με το καλαμάκι ρουφάω τον χυμό.
  • Με την ηλεκτρική σκούπα ρουφάω τη σκόνη από το χαλί.
  • Με το σφουγγάρι ρουφάω το νερό από το τραπέζι.
  • Όταν καπνίζω, ρουφάω τον καπνό πριν τον εκπνεύσω.
  • Κατά τη διάλεξη ρουφάω κάθε πληροφορία που λέει ο καθηγητής.