ξεκλειδώνω
ρήμα1. Αφαιρώ ή ανοίγω το κλείδωμα μιας πόρτας, ενός αντικειμένου ή ενός μηχανισμού, ώστε να επιτραπεί η πρόσβαση.
2. Επιτρέπω την πρόσβαση σε συσκευή, λογαριασμό ή σύστημα με χρήση κωδικού, κλειδιού, ψηφιακού πιστοποιητικού ή άλλου μέσου ταυτοποίησης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με το κλειδί ξεκλειδώνω την πόρτα κάθε πρωί.
- Με τον κωδικό ξεκλειδώνω το κινητό μου.
- Με τη μελέτη και την εξάσκηση ξεκλειδώνω το δυναμικό μου.
- Απόκτησα premium και πλέον ξεκλειδώνω επιπλέον λειτουργίες στην εφαρμογή.
- Όταν ολοκληρώνω την αποστολή, ξεκλειδώνω ένα νέο επίπεδο στο παιχνίδι.