αντίθεση
ουσιαστικό1. Η σχέση ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα στοιχεία διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα οι διαφορές τους να γίνονται εμφανείς και να προσελκύουν την προσοχή.
Συνώνυμα
αντιπαράθεση αντιδιαστολή κόντρα εναντίωση διαφωνία αντίφαση αντινομία συγκρουση αντιπαλότητα διαφορά άρνηση αμφισβήτηση αντίσταση αντιπολίτευση αποδοκιμασία διαμαρτυρία διχογνωμία σύγκρουση ένσταση αντίρρηση αντίκρουση έριδα αντίλογος ασυμβατότητα αντικρουση δυσαρέσκεια εχθρότητα αντιλογία διαλεκτική
Αντώνυμα
ομοιότητα συμφωνία συναίνεση ομόνοια ομοφωνία συμβατότητα συγκατάθεση συμμαχία συμπαράσταση συνδιαλλαγή θέση υποστήριξη τάση παραβολή συμπόρευση συνύπαρξη ταύτιση ενότητα συνεργασία σύμπνοια σύμπλευση συγγένεια συμφωνητικό συνέργεια συνασπισμός συνδρομή συνεννόηση συσχέτιση ταυτότητα συνθήκη έγκριση τόνος θέλημα αναλογία διεύθυνση επιδοκιμασία προτροπή στήριξη ομοψυχία συμπαράταξη συσπείρωση σύγκλιση σύμπραξη σύμφωνο συμβολή συνάφεια συνεισφορά φορά τρόπος σχέση διάθεση ρεύμα κατεύθυνση χημεία αρωγή βουλή τοποθέτηση εναρμόνιση εύνοια προσαρμογή ταίριασμα
Παραδείγματα χρήσης
- Υπάρχει μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο απόψεις.
- Η αντίθεση στο φωτογραφικό στιγμιότυπο έκανε τα χρώματα να ξεχωρίζουν.
- Ο ποιητής χρησιμοποίησε την αντίθεση για να τονίσει το δίλημμα.
- Η αντίθεση του κόμματος στο νομοσχέδιο ήταν σφοδρή.
- Η αξονική τομογραφία έγινε με αντίθεση για καλύτερη απεικόνιση.