χημεία
ουσιαστικό1. Επιστημονικός κλάδος που μελετά τη σύνθεση, τη δομή, τις ιδιότητες και τις μετατροπές των χημικών ουσιών καθώς και τους μηχανισμούς των αντιδράσεων μεταξύ τους.
Συνώνυμα
αλχημεία σύνδεση συμβατότητα αλληλεπίδραση έλξη συμπάθεια σπίθα συνάφεια χημουργία σπινθήρας επιστήμη συνέργεια μαγεία ταύτιση συντονισμός βιοχημεία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χημεία είναι η επιστήμη που μελετά τη δομή, τις ιδιότητες και τις αντιδράσεις της ύλης.
- Η χημεία διδάσκεται στο λύκειο ως βασικό μάθημα φυσικών επιστημών.
- Η χημεία του κρασιού επηρεάζει έντονα τη γεύση και το άρωμά του.
- Υπήρξε αμέσως χημεία ανάμεσά τους και έγιναν γρήγορα φίλοι.
- Στη συνεργασία δεν υπήρχε χημεία, γι' αυτό αποφάσισαν να διακόψουν το κοινό έργο.