τόνος
ουσιαστικό1. Έμφαση ή ακουστική ένταση που δίνεται σε μια συλλαβή ή φωνητική μονάδα μέσα σε μια λέξη, η οποία την καθιστά προφερόμενη πιο δυνατά ή πιο ξεχωριστά από τις άλλες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Άλλαξε ο τόνος της φωνής του όταν μίλησε σοβαρά.
- Ξέχασες να βάλεις τόνο στο γράμμα 'ή'.
- Το φόρεμα είναι σε τόνο μπλε.
- Έδωσε έναν επίσημο τόνο στην ομιλία του.
- Ο τραγουδιστής ανέβασε τόνο για να φτάσει την ψηλή νότα.