προσαρμογή
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της τροποποίησης ενός αντικειμένου, συστήματος, οργανισμού ή συμπεριφοράς ώστε να ταιριάζει ή να λειτουργεί καλύτερα σε νέες ή μεταβλητές συνθήκες.
Συνώνυμα
προσαρμοσμός ρύθμιση τροποποίηση παραμετροποίηση εναρμόνιση εναρμόγηση συμμόρφωση εξατομίκευση αφομοίωση διαμόρφωση διόρθωση αλλαγή μεταβολή εξομάλυνση συντονισμός συγχρονισμός τακτοποίηση προσαρμοστικότητα πρόβα εφαρμογή διαφοροποίηση υιοθέτηση ένταξη επανένταξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η προσαρμογή του προγράμματος έγινε γρήγορα μετά τις αλλαγές.
- Χρειάζεται λίγος χρόνος για προσαρμογή στο νέο σχολείο.
- Η προσαρμογή των ρυθμίσεων βελτίωσε την απόδοση του υπολογιστή.
- Η προσαρμογή του οργανισμού στις νέες συνθήκες ήταν επιτυχής.
- Οι επιστημονικές μελέτες εξετάζουν την προσαρμογή των ειδών στο περιβάλλον.
- Πριν από το ταξίδι, έκανα την απαραίτητη προσαρμογή στα έγγραφα.