ταίριασμα
ουσιαστικόΗ κατάσταση ή η διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα πράγματα, πρόσωπα ή στοιχεία ταιριάζουν μεταξύ τους ως προς μορφή, χαρακτήρα, μέγεθος, χρώμα ή λειτουργία.
Συνώνυμα
ματς συμβατότητα αρμονία αντιστοιχία ταιριαξιά σύμβαση ταύτιση κούμπωμα ταιριάρισμα ζευγάρωμα σύζευξη εναρμόνιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ταίριασμα των χρωμάτων στο δωμάτιο είναι πολύ προσεγμένο.
- Η επιλογή του ζευγαριού έγινε με βάση το προσωπικό ταίριασμα των χαρακτήρων τους.
- Ένα σωστό ταίριασμα ανάμεσα σε προϊόν και πελάτη μπορεί να αυξήσει τις πωλήσεις.
- Το ταίριασμα των δύο κομματιών ήταν ακριβές και δεν χρειάστηκαν διορθώσεις.
- Στη μουσική παραγωγή, το ταίριασμα των ήχων παίζει μεγάλο ρόλο.