χαρά
ουσιαστικό1. Θετική, έντονη εσωτερική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ανάταση, ελαφρότητα και αισιοδοξία, συχνά συνοδευόμενη από σωματικές εκδηλώσεις όπως χαμόγελο ή γέλιο.
Συνώνυμα
ευφροσύνη ευτυχία ευχαρίστηση ενθουσιασμός ευφορία ευδαιμονία αγαλλίαση ευθυμία ανάταση ευτυχάρα έκσταση κέφι απόλαυση γρατζουνιά ηδονή τρέλα υπερενθουσιασμός ικανοποίηση διασκέδαση συναίσθημα αίσθημα αρέσκεια
Αντώνυμα
λύπη θλίψη στεναχώρια δυστυχία οδύνη αθυμία θρήνος καημός μαυρίλα πένθος πικρία στενοχώρια φρίκη κατάθλιψη τραγωδία άλγος κακοκεφιά πίκρα σκυθρωπιά πόνος απελπισία μελαγχολία απογοήτευση μιζέρια κατήφεια αγκάθι απόγνωση βάσανο δυσαρέσκεια δυσφορία μαρτύριο αηδία δάκρυ ενόχληση παράπονο κλάμα απαισιοδοξία μουτρωμάρα νοσταλγία σπαραγμός γκρίνια ταλαιπωρία θυμός ζόφος κακουχία μεμψιμοιρία μουντάδα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαρά του παιδιού ήταν εμφανής.
- Θα έρθω με χαρά το Σάββατο.
- Η είδηση τους έδωσε μεγάλη χαρά.
- Τα παιδιά παίζουν με χαρά στο πάρκο.
- Τι χαρά που σε βλέπω!