μουτρωμάρα
ουσιαστικόΗ έντονη, επίμονη κατάσταση μουτρωμένου προσώπου ή διάθεσης, όπου το άτομο εμφανίζει σκυθρωπή ή αποτραβηγμένη έκφραση και συμπεριφέρεται με σιωπηρή δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά τον καβγά, έφυγε στο δωμάτιό του με μια μουτρωμάρα.
- Η μικρή καθόταν στη γωνία με μουτρωμάρα επειδή δεν την άφησαν να παίξει.
- Δεν καταλαβαίνω γιατί έχεις τέτοια μουτρωμάρα σήμερα.
- Η μουτρωμάρα του ήταν τόσο εμφανής που όλοι προσπάθησαν να τον κάνουν να γελάσει.
- Αρνήθηκε να μιλήσει και παρέμεινε σε μουτρωμάρα μέχρι το δείπνο.
- Κάνεις μουτρωμάρα για να τραβήξεις την προσοχή;