δάκρυ
ουσιαστικό1. Σταγόνα διαφανούς υγρού που παράγεται από τους δακρυϊκούς αδένες και εκρέει από το μάτι για λίπανση, προστασία ή ως αντίδραση σε συναισθηματική συγκίνηση ή ερεθισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της καθώς θυμόταν τις δύσκολες στιγμές.
- Από το κομμένο κρεμμύδι σχηματίστηκε ένα δάκρυ στα μάτια του.
- Χαμογέλασε και ένα δάκρυ μαρτυρούσε τη βαθιά της συγκίνηση.
- Το δάκρυ της ήταν σημάδι ανακούφισης μετά από χρόνια αγωνίας.
- Ο οφθαλμίατρος πήρε δείγμα δάκρυ για να εξετάσει τη σύσταση των δακρύων.