κακοκεφιά
ουσιαστικό1. Κατάσταση αρνητικής διάθεσης, όπου το άτομο εμφανίζει μειωμένη διάθεση για επικοινωνία και δραστηριότητα, συνοδευόμενη από σκυθρωπή, μουτρωμένη ή εκνευρισμένη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
σκυθρωπιά κατσούφιασμα κακοδιάθεση μουτρωμάρα μουτρωσιά αθυμία μουντάδα μουντίλα κατήφεια σκυθρωπότητα μεμψιμοιρία μελαγχολία γκρίνια δυσαρέσκεια ζόρι θλίψη κατάθλιψη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κακοκεφιά του τον έκανε να μη μιλάει σε κανέναν όλο το απόγευμα.
- Ξύπνησε με κακοκεφιά και δεν ήθελε να πάει στη δουλειά.
- Η συνεχής βροχή προκάλεσε κακοκεφιά σε όλους στο σπίτι.
- Προσπάθησε να κρύψει την κακοκεφιά του, αλλά φαινόταν στο πρόσωπό του.