αθυμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση συναισθηματικής καταβολής και μείωσης της διάθεσης, με αίσθημα μελαγχολίας, απάθειας και μειωμένης ζωτικότητας.
Συνώνυμα
κατήφεια μελαγχολία κακοκεφιά σκυθρωπιά θλίψη λύπη μελαγχολικότητα μαυρίλα μουντάδα απογοήτευση μεμψιμοιρία κατάθλιψη λήθαργος ατονία απελπισία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βυθίστηκε σε αθυμία μετά τα δυσάρεστα νέα.
- Η αθυμία του τον εμπόδιζε να συγκεντρωθεί στη δουλειά.
- Μετά την ίωση ένιωσε αθυμία και δεν είχε όρεξη για φαγητό.
- Οι συνεχείς αποτυχίες του προκάλεσαν αθυμία και έλλειψη ενδιαφέροντος.
- Παρά την αθυμία, προσπάθησε να παραμείνει ευγενικός με όλους.