μαυρίλα
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή ιδιότητα έντονης μαύρης εμφάνισης ή απουσίας φωτός που προκαλεί σκοτεινότητα.
2. Κατάλοιπο αιθάλης, καπνού ή βρωμιάς που σκοτεινιάζει ή λερώνει επιφάνειες.
Συνώνυμα
σκοτάδι σκότος σκοτεινιά κατήφεια μουντάδα καταχνιά μελαγχολία θλίψη ζοφερότητα μιζέρια σκοτεινότητα αθυμία απαισιοδοξία ζόφος απόγνωση απελπισία κατάθλιψη
Αντώνυμα
φως φωτεινότητα λαμπρότητα λάμψη χαρά ευθυμία καλοκεφιά ζωντάνια ζωηρότητα αισιοδοξία ελπίδα ευτυχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η μαυρίλα του ουρανού προμήνυε βροχή.
- Επέστρεψε από τις διακοπές με έντονη μαυρίλα.
- Η μαυρίλα στο δωμάτιο έκανε τη διάθεση βαριά.
- Η μαυρίλα από την καμινάδα κάλυπτε τα τζάμια.
- Στα πολιτικά σχόλια επικρατεί μαυρίλα και απαισιοδοξία.