στεναχώρια

ουσιαστικό

Συναισθηματική κατάσταση έντονης εσωτερικής δυσφορίας που εκδηλώνεται με μειωμένη διάθεση, απώλεια ενδιαφέροντος, εσωτερική ανησυχία και επιθυμία απομόνωσης ή ανάγκη για παρηγοριά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έχω μεγάλη στεναχώρια για όσα έγιναν χθες.
  • Μην έχεις στεναχώρια, όλα θα βρουν τον δρόμο τους.
  • Η απώλεια του κατοικιδίου προκάλεσε βαθιά στεναχώρια.
  • Η μικρή καθυστέρηση προκάλεσε λίγη στεναχώρια στους επιβάτες.
  • Του είπα να μην κρύβει τη στεναχώρια του, για να νιώσει καλύτερα.