ευθυμία
ουσιαστικό1. Κατάσταση ψυχικής ανάτασης και ζωηρής διάθεσης, που εκδηλώνεται με ελαφρότητα, αισιοδοξία και προδιάθεση για γέλιο και κοινωνική επαφή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ευθυμία της παρέας έκανε τη βραδιά αξέχαστη.
- Μετά το ευχάριστο νέο, ένιωσε ξαφνικά ευθυμία.
- Ο καθηγητής εκτίμησε την ευθυμία με την οποία η μαθήτρια αντιμετώπιζε τις δυσκολίες.
- Ο ασθενής βρίσκεται τώρα σε ευθυμία, χωρίς συμπτώματα υπομανίας ή κατάθλιψης.
- Σου εύχομαι πάντα να έχεις ευθυμία στην καθημερινότητά σου.