μιζέρια
ουσιαστικό1. Κατάσταση ένδειας, ταλαιπωρίας ή στενότητας που χαρακτηρίζεται από έλλειψη άνεσης, ποιότητας ή ευχάριστων συνθηκών.
2. Δύσκολη και στερημένη συνθήκη ζωής, συχνά με αίσθημα θλίψης, καταπίεσης ή απογοήτευσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μιζέρια της φτώχειας φαινόταν σε κάθε γωνιά της γειτονιάς.
- Μετά τον καβγά, επικράτησε μια βαριά μιζέρια στο σπίτι.
- Δεν αντέχω άλλη μιζέρια και γκρίνια στη δουλειά.
- Ζει μέσα στη μιζέρια, αλλά δεν παραπονιέται ποτέ.
- Η οικονομική κρίση έφερε πολλή μιζέρια σε χιλιάδες οικογένειες.
- Ποτέ δεν μου άρεσε η μιζέρια στο φαγητό όταν κάνουμε τραπέζι.