μελαγχολία

ουσιαστικό

1. Βαθιά, συχνά διαρκής κατάσταση λύπης και στοχαστικής νοσταλγίας που συνοδεύεται από μείωση της ενεργητικότητας, μειωμένο ενδιαφέρον για καθημερινές δραστηριότητες και τάση προς εσωστρεφή προβληματισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε βαθιά μελαγχολία μετά την είδηση.
  • Η ταινία αποπνέει διαρκώς μελαγχολία.
  • Οι στίχοι του τραγουδιού εξέπεμπαν γλυκιά μελαγχολία.
  • Ο γιατρός διάγνωσε σοβαρή μελαγχολία.
  • Το φθινόπωρο φέρνει πάντα λίγη μελαγχολία στις βόλτες μας.