λύπη

ουσιαστικό

1. Ψυχική κατάσταση στενοχώριας και πόνου που προκαλείται από απώλεια, απογοήτευση, αποτυχία ή προσωπική δυσφορία, και συνοδεύεται συχνά από μειωμένη ενέργεια και επιθυμία για κοινωνική επαφή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η λύπη ζωγράφιζε το πρόσωπό της μετά τα νέα.
  • Με λύπη σας ενημερώνω ότι η συνεδρία ακυρώθηκε.
  • Η απώλεια του κατοικίδιου γέμισε το παιδί με λύπη.
  • Δεν κρύβει τη λύπη του όταν θυμάται τα παλιά.
  • Η ανακοίνωση έφερε λύπη σε όλη την κοινότητα.