κατάθλιψη

ουσιαστικό

Ψυχική κατάσταση ή κλινική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονη αίσθηση θλίψης, μειωμένο ενδιαφέρον ή ευχαρίστηση για δραστηριότητες, ελαττωμένη ενεργητικότητα, διαταραχές ύπνου και όρεξης, μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και αυτοεκτίμησης, που μπορεί να περιλαμβάνει σκέψεις αυτοκαταστροφής και επηρεάζει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κατάθλιψη είναι μια σοβαρή ψυχική διαταραχή που χρειάζεται ιατρική φροντίδα.
  • Μετά το τέλος της σχέσης έπεσε σε κατάθλιψη και χρειάστηκε υποστήριξη από φίλους και ειδικό.
  • Η οικονομική κρίση προκάλεσε κατάθλιψη στην αγορά εργασίας με αύξηση της ανεργίας.
  • Η μετεωρολογική υπηρεσία ανακοίνωσε βαρομετρική κατάθλιψη πάνω από το Αιγαίο.
  • Η κατάθλιψη επηρέασε τις καθημερινές του συνήθειες και τη σχέση του με τους άλλους.