ανάταση
ουσιαστικό1. Ψυχική ή πνευματική κατάσταση έντονης ανύψωσης και αγαλλίασης, κατά την οποία το άτομο νιώθει αυξημένη ζωντάνια, γαλήνη ή ενθουσιασμό.
2. Το αποτέλεσμα ή η πράξη ανύψωσης προς υψηλότερη θέση ή στάθμη, είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα βαθιά ανάταση όταν άκουσα τα καλά νέα.
- Η εκκλησιαστική χορωδία έφερε ανάταση στην ψυχή των πιστών.
- Η ανακοίνωση των μέτρων έφερε ανάταση στους κατοίκους της πληγείσας περιοχής.
- Η νίκη έδωσε ανάταση στην ομάδα και στους φιλάθλους.
- Ο ποιητής περιγράφει την ανάταση ως άνοδο της ζωής προς το φως.