αίσθημα
ουσιαστικό1. Εσωτερική ψυχική κατάσταση που εκδηλώνεται ως συναισθηματική εμπειρία, με υποκειμενική διάθεση, σκέψεις και συχνά σωματικές αντιδράσεις.
Συνώνυμα
αίσθηση συναίσθημα συγκίνηση διαίσθηση ένστικτο αντίληψη εντύπωση διέγερση πάθος χαρά λύπη φόβος θυμός έρωτας αγάπη μίσος ζήλια ενοχή ντροπή υπερηφάνεια αγωνία ηρεμία ανακούφιση απογοήτευση ευφορία νοσταλγία θλίψη συμπάθεια αντιπάθεια έκπληξη τρόμος αποστροφή καημός παρόρμηση προαίσθημα έρως σφίξιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσα ένα αίσθημα χαράς όταν πέτυχα στις εξετάσεις.
- Το αίσθημα ζαλάδας με ανάγκασε να καθίσω.
- Το αίσθημα ενοχής δεν με άφηνε να ηρεμήσω.
- Είχα το αίσθημα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
- Το αίσθημα ευθύνης με έκανε να βοηθήσω.
- Περιέγραψε το αίσθημα του πόνου με λεπτομέρεια.