κέφι
ουσιαστικόΨυχική κατάσταση ή διάθεση έντονης θετικής ενέργειας και όρεξης για διασκέδαση, κοινωνική συναναστροφή ή δημιουργική έκφραση, που εκδηλώνεται με ζωηρότητα, γέλιο και ανάλαφρη διάθεση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα έχω πολύ κέφι, θέλω να χορέψω.
- Το τραγούδι έφτιαξε το κέφι στην παρέα.
- Μην μου χαλάς το κέφι!
- Στο πανηγύρι επικρατούσε κέφι και χορός όλη τη νύχτα.
- Του ήρθε ξαφνικά ένα κέφι να ταξιδέψει.
- Το κέφι της ήταν μεταδοτικό και σήκωσε όλη την παρέα.