γρατζουνιά
ουσιαστικό1. Μικρή επιφανειακή γραμμή ή ελαφριά γραμμική βλάβη σε υλικό, που δημιουργείται όταν αιχμηρό ή σκληρό αντικείμενο τρίβει ή ξύνεται πάνω του.
2. Ελαφρό τραύμα ή σχίσιμο στο δέρμα προκαλούμενο από ξένο σώμα ή τριβή, συνήθως χωρίς βαθιά αιμορραγία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γρατζουνιά στο αυτοκίνητο ήταν βαθιά και απαιτούσε βάψιμο.
- Το παιδί έφερε μια μικρή γρατζουνιά στο γόνατο μετά την πτώση.
- Το βινύλιο είχε μια γρατζουνιά που έσπαγε τη ροή της μουσικής.
- Η φήμη του πολιτικού δεν έχει ούτε μια γρατζουνιά.
- Μετά τη μετακόμιση υπήρχε μόνο μια μικρή γρατζουνιά στο ξύλινο τραπέζι.