πικρία
ουσιαστικό1. Συναισθηματική κατάσταση επίμονης δυσαρέσκειας και εσωτερικού πόνου που προκύπτει από αίσθημα αδικίας, προδοσίας ή απογοήτευσης, συχνά συνοδευόμενη από θυμό, καχυποψία ή μελαγχολία.
Συνώνυμα
πίκρα πικρότητα πικράδα πικρίλα μνησικακία δυσαρέσκεια αγανάκτηση μπιχτίλα απογοήτευση λύπη θλίψη οργή θυμός μίσος κακία παράπονο μικροψυχία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε βαθιά πικρία μετά την αδικία.
- Στο τέλος του καφέ έμεινε μια ελαφριά πικρία.
- Μιλούσε για το διαζύγιο χωρίς πικρία.
- Οι παλιές πικρίες μεταξύ τους δεν είχαν σβήσει.
- Η πικρία της αποτυχίας τον ώθησε να προσπαθήσει ξανά.