απόλαυση
ουσιαστικόΥποκειμενική ψυχική κατάσταση θετικής συναισθηματικής έντασης, συνήθως συνοδευόμενη από ευχάριστες σωματικές αισθήσεις και αίσθηση ικανοποίησης, που προκύπτει από αισθητικές, γευστικές, πνευματικές ή διαπροσωπικές εμπειρίες.
Συνώνυμα
ευχαρίστηση ηδονή χαρά ευφορία ηδύτητα άνεση ικανοποίηση γλύκα ηδονισμός ευωχία σαγήνη ευτυχία ευδαιμονία ψυχαγωγία αναψυχή
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόλαυση ενός ζεστού καφέ το πρωί δεν συγκρίνεται.
- Η ανάγνωση ποιημάτων ήταν μεγάλη απόλαυση για τους μαθητές.
- Μετά από μια κουραστική μέρα, η ησυχία του σπιτιού ήταν πραγματική απόλαυση.
- Η μουσική έδωσε στο κοινό αληθινή απόλαυση.
- Οι εκδρομές στη φύση γίνονται για την απόλαυση και την ανανέωση.