κλάμα
ουσιαστικό1. Φυσική αντίδραση συναισθήματος που εκδηλώνεται με παραγωγή δακρύων, συχνά συνοδευόμενη από στεναγμούς, λυγμούς ή φωνητικές εκφράσεις θλίψης, πόνου ή έντονου συγκινησιακού φορτίου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το κλάμα του μωρού δεν σταματούσε όλη νύχτα.
- Μόλις άκουσε τα νέα, έβαλε κλάμα από τη συγκίνηση.
- Η παρουσίαση ήταν για κλάμα, κανείς δεν κατάλαβε τι ήθελε να πει.
- Με τα αστεία του προκάλεσε γέλια και κλάμα στο τραπέζι.
- Η ταινία προκάλεσε κλάμα σε πολλούς θεατές.