ευφροσύνη

ουσιαστικό

1. Η κατάσταση ψυχικής ανάτασης και ευχαρίστησης που συνοδεύει έντονη χαρά ή αισιοδοξία.

2. Η χαρούμενη, εορταστική ατμόσφαιρα που επικρατεί σε συγκεντρώσεις, τελετές ή κοινωνικές εκδηλώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευφροσύνη φώτιζε το πρόσωπό της όταν είδε τα παιδιά.
  • Το γλέντι γέμισε την πλατεία με ευφροσύνη και τραγούδι.
  • Στα ποιήματά του αναζητά την ευφροσύνη της άνοιξης.
  • Η είδηση της συμφωνίας έφερε ευφροσύνη σε όλους τους υπαλλήλους.
  • Μια διάχυτη ευφροσύνη κυριαρχούσε στην τελετή αποφοίτησης.