βάσανο
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή εμπειρία έντονου σωματικού ή ψυχικού πόνου και ταλαιπωρίας, που προκαλεί οδύνη, αγωνία ή καταπόνηση.
2. Δυσχερής ή επώδυνη περίσταση που δοκιμάζει την αντοχή, την υπομονή ή την ψυχική ισορροπία ενός ατόμου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το βάσανο που υπέστη ο κρατούμενος διήρκεσε ώρες.
- Η απώλεια του παιδιού ήταν γι' αυτήν ένα αβάσταχτο βάσανο.
- Η δύσκολη εξεταστική αποτέλεσε το βάσανο για πολλούς φοιτητές.
- Παλιότερα χρησιμοποιούσαν το βάσανο για να δοκιμάσουν την αγνότητα του χρυσού.
- Το ψεύδος στην κατάθεσή του έγινε βάσανο για τη συνείδησή του.