ευφορία
ουσιαστικόΨυχική κατάσταση έντονης, συχνά παροδικής ανόδου της διάθεσης, χαρακτηριζόμενη από αίσθημα μεγάλης χαράς, ενθουσιασμού και αυξημένης ενεργητικότητας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος ένιωσα αληθινή ευφορία.
- Η ευφορία του εδάφους εξασφάλισε πλούσια σοδειά φέτος.
- Ο ασθενής ανέφερε παροδική ευφορία μετά τη χορήγηση του φαρμάκου.
- Η οικονομική ανάκαμψη δημιούργησε ευφορία στις αγορές.
- Η ευφορία του κοινού στο στάδιο ήταν μεταδοτική.