επανορθώνω

ρήμα

1. Εκτελώ ενέργειες για να αποκαταστήσω ή να επαναφέρω κάτι στην προηγούμενη ή επιθυμητή κατάσταση μετά από ζημιά, βλάβη ή ελάττωμα.

2. Παρέχω αποζημίωση ή υλική/οικονομική αποκατάσταση, ή λαμβάνω μέτρα για να καλύψω ζημία ή απώλεια που προκλήθηκε.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε φορά που πληγώνω κάποιον, επανορθώνω με ειλικρινή συγγνώμη και προσπάθεια να τον βοηθήσω.
  • Μετά το σπάσιμο του παραθύρου, επανορθώνω τη ζημιά αντικαθιστώντας το τζάμι.
  • Ως διευθυντής, επανορθώνω τις οικονομικές απώλειες της ομάδας παρέχοντας επιπλέον πόρους.
  • Όταν διαπιστώνω λάθος σε ένα ρεπορτάζ, επανορθώνω με διόρθωση και διευκρινιστική ανακοίνωση.
  • Αν λυπάμαι για την πράξη μου, επανορθώνω όχι μόνο με λόγια αλλά με συνεπή αλλαγή συμπεριφοράς.