σακατεύω
άλλο1. Χτυπώ ή τραυματίζω σοβαρά κάποιον ή κάτι, προκαλώντας μεγάλη σωματική βλάβη ή καταστροφή.
2. Φθείρω πολύ ή κάνω κάτι να χάσει τη λειτουργία, την ακεραιότητα ή την κανονική του μορφή.
Συνώνυμα
σακατίζω ακρωτηριάζω τραυματίζω πληγώνω παραμορφώνω διαμελίζω θρυμματίζω βλάπτω ξεκάνω ξεσκίζω κακοποιώ τσακίζω καταστρέφω χαλάω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έπεσε από το ποδήλατο και σακατεύω το πόδι του.
- Το ατύχημα τον σακατεύω τόσο, που χρειάστηκε μήνες αποκατάστασης.
- Μην τρέχεις έτσι, θα σακατεύω τον εαυτό σου.
- Η βαριά δουλειά τον σακατεύω στη μέση.
- Με το χτύπημα, σακατεύω το χέρι του και δεν μπορούσε να το κουνήσει.