έξοδο
ουσιαστικό1. Πέρασμα, άνοιγμα ή οδός που οδηγεί από έναν εσωτερικό χώρο προς τον εξωτερικό και επιτρέπει την απομάκρυνση από έναν χώρο.
2. Ενέργεια της αποχώρησης ή του να βγαίνει κάποιος από έναν χώρο ή εκδήλωση μετακίνησης προς τα έξω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρες γρήγορα την έξοδο του κτιρίου.
- Δείξτε την έξοδο κινδύνου σε όλους τους επιβάτες.
- Καταγράψαμε κάθε έξοδο του μήνα στον ισολογισμό.
- Πάμε για έξοδο το Σάββατο;
- Στην έξοδο του ενισχυτή μετράμε το σήμα πριν το ηχείο.