εισροή
ουσιαστικό1. Ροή προς το εσωτερικό ενός χώρου, αγωγού ή δοχείου υγρών, αερίων ή άλλων ρευστών.
2. Εισαγωγή ή άφιξη προσώπων, αγαθών ή κεφαλαίων σε μια περιοχή, οργανισμό ή αγορά.
Συνώνυμα
ροή είσοδος εισαγωγή προσέλευση έλευση συρροή εισδοχή έσοδα παράμετρος προσέλκυση άφιξη κύμα πλημμυρίδα χείμαρρος ρεύμα εισβολή τροφοδοσία λήψη μπαράζ κατακλυσμός έσοδο παραλαβή απορρόφηση μπάσιμο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εισροή κεφαλαίων ενίσχυσε την τοπική οικονομία.
- Υπήρξε μεγάλη εισροή προσφύγων από τη γειτονική χώρα.
- Η εισροή νερού στο υπόγειο προκάλεσε σοβαρές ζημιές.
- Η εισροή δεδομένων στο σύστημα πρέπει να φιλτραριστεί.
- Η εισροή τουριστών τον Ιούλιο αυξήθηκε κατά 20%.