έσοδο
ουσιαστικό1. Χρηματικό ποσό που προκύπτει από πωλήσεις, παροχή υπηρεσιών, επενδύσεις ή φορολογικές εισροές και αποτελεί εισροή οικονομικών πόρων για φυσικό ή νομικό πρόσωπο, οργανισμό ή δημόσιο προϋπολογισμό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έσοδο της επιχείρησης αυξήθηκε πέρυσι λόγω των εξαγωγών.
- Στο ημερολόγιο της εταιρείας, κάθε έσοδο πρέπει να συνοδεύεται από απόδειξη.
- Το έσοδο στο παλιό φρούριο βρίσκεται στην ανατολική πλευρά.
- Το έσοδο για την προβολή της ταινίας ήταν δέκα ευρώ.
- Ένα επιπλέον έσοδο προέκυψε από τις διαδικτυακές συνδρομές.