χαιρετισμός
ουσιαστικό1. Έκφραση καλωσορίσματος ή ευγένειας με λόγια, χειρονομία ή στοιχειώδη φράση κατά τη συνάντηση προσώπων.
2. Σύντομη προσφώνηση ή λόγος που δίνεται στην έναρξη συνεδριάσεων, εκδηλώσεων ή επιστολών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο χαιρετισμός του στην είσοδο ήταν σύντομος και θερμός.
- Στο τέλος του γράμματος έγραψε έναν μικρό χαιρετισμό.
- Αντάλλαξαν χαιρετισμούς πριν αρχίσει η σύσκεψη.
- Στον επίσημο χαιρετισμό του, ο ομιλητής ευχαρίστησε τους διοργανωτές.
- Κάθε Παρασκευή το βράδυ παρακολουθούμε τους Χαιρετισμούς στην εκκλησία.