διαφημίζω
ρήμα1. Κάνω ένα πρόσωπο, προϊόν, υπηρεσία ή ιδέα ευρύτερα γνωστό μέσω στοχευμένων μηνυμάτων και μέσων, συνήθως με οικονομική ή επαγγελματική υποστήριξη, με σκοπό την πρόκληση ενδιαφέροντος ή την αύξηση της ζήτησης.
Συνώνυμα
προβάλλω προωθώ προμοτάρω σποτάρω προπαγανδίζω διαλαλώ αναδεικνύω διαδίδω ανακοινώνω εκθειάζω υμνώ λέω συστήνω επιδεικνύω συνιστώ διασπείρω προαναγγέλλω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα διαφημίζω τα νέα προϊόντα μας στα κοινωνικά δίκτυα.
- Στη συνέντευξη για τη δουλειά διαφημίζω τις δεξιότητές μου.
- Στην πόλη διαφημίζω την ετήσια πολιτιστική γιορτή με αφίσες και φυλλάδια.
- Όταν μιλάω για την ομάδα μου, πάντα διαφημίζω τη συνεργασία και το ήθος της.
- Δεν διαφημίζω τα προσωπικά μου προβλήματα στα social media.