υπενθυμίζω

ρήμα

1. Επαναφέρω στη μνήμη κάποιου πληροφορία, υποχρέωση ή γεγονός ώστε να μην το ξεχάσει.

2. Επισημαίνω ξανά ή αναφέρω κάτι για να τονίσω την ανάγκη δράσης ή την προσοχή.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σας υπενθυμίζω ότι η συνάντηση είναι αύριο στις 10:00.
  • Συχνά υπενθυμίζω στον εαυτό μου να αναπνέω βαθιά όταν αγχώνομαι.
  • Με αυτή την επιστολή υπενθυμίζω τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύμβαση.
  • Θα υπενθυμίζω κάθε εβδομάδα τα βασικά σημεία του προγράμματος στους συμμετέχοντες.
  • Σου υπενθυμίζω να παραδώσεις την εργασία πριν από την προθεσμία.