επεξηγώ
ρήμα1. Παρέχω πληροφορίες, λεπτομέρειες ή παραδείγματα ώστε κάτι να γίνει κατανοητό ή σαφές.
2. Παρουσιάζω με απλούστερο ή πιο συγκεκριμένο τρόπο το περιεχόμενο ή την πρόθεση ενός κειμένου, μιας δήλωσης ή ενός γεγονότος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μάθημα, επεξηγώ τα νέα μαθηματικά στους μαθητές με παραδείγματα.
- Στην ανακοίνωση, επεξηγώ τα βήματα που πρέπει να ακολουθήσετε.
- Όταν κάποιος ζητά διευκρίνιση, επεξηγώ γιατί πήρα αυτήν την απόφαση.
- Στη συνέντευξη, επεξηγώ τη λειτουργία του προϊόντος με απλά λόγια.
- Στις σημειώσεις μου, επεξηγώ τους όρους για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις.