διαρρέω

ρήμα

1. Βγαίνω ή αφήνω να βγει υγρό, αέρας ή άλλη ουσία από κάποιο κλειστό ή περιορισμένο χώρο, συνήθως από σχισμή, άνοιγμα ή αστοχία.

2. Γίνεται γνωστό κάτι που ήταν άγνωστο ή εμπιστευτικό, χωρίς να έχει δοθεί άδεια ή επίσημη δημοσιοποίηση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το νερό διαρρέει από το σπασμένο σωλήνα.
  • Η πληροφορία διέρρευσε πριν από την επίσημη ανακοίνωση.
  • Το λάδι διαρρέει αργά από το δοχείο.
  • Φαίνεται πως διαρρέουν συνέχεια μυστικά από την υπηρεσία.
  • Ο ιδρώτας διέρρεε από το μέτωπό του στη ζέστη.