διακρίνω
ρήμα1. Αντιλαμβάνομαι με τις αισθήσεις ή την προσοχή ένα αντικείμενο, λεπτομέρεια ή φαινόμενο και το διακρίνω από το περιβάλλον.
2. Εντοπίζω διαφορές ή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, πράγματα, ιδέες ή καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Από το παράθυρο διακρίνω ένα αχνό φως στον ορίζοντα.
- Στη συζήτηση διακρίνω σαφή διαφορά στις απόψεις τους.
- Μπορώ να διακρίνω τα δύο είδη μόνο με το μικροσκόπιο.
- Στην παρουσίασή του διακρίνω την αφοσίωση και την εμπειρία του.
- Δεν διακρίνω τι γράφει αυτή η ετικέτα.
- Διακρίνω τον μαθητή με έπαινο για την πρόοδό του.