ψύχραιμος
επίθετο1. Που διατηρεί την ψυχική ισορροπία και την αυτοσυγκράτηση σε στρεσογόνες, επείγουσες ή συναισθηματικά φορτισμένες καταστάσεις, χωρίς πανικό ή υπερβολικές αντιδράσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πανικόβλητος αγχωμένος ταραγμένος αναστατωμένος υστερικός αγανακτισμένος αγωνιώδης αμήχανος αποσβολωμένος δραματικός εκστατικός ορμητικός σαστισμένος συντετριμμένος θυμωμένος εκρηκτικός παγωμένος έκπληκτος έξαλλος αγριεμένος αγχώδης αντιδραστικός διαταραγμένος εμβρόντητος θορυβημένος μανιακός οργισμένος παράφρων πελαγωμένος συγκλονισμένος συγχυσμένος σφιγμένος τρομαγμένος τσαντισμένος ανήσυχος εκνευρισμένος φοβισμένος νευρικός ζαλισμένος συναισθηματικός φοβικός μπερδεμένος παρανοϊκός ένθερμος αλλοπρόσαλλος ασυγκράτητος κατάπληκτος μαλάκας παρορμητικός σοκαρισμένος σπαστικός δειλιάρης καταρρακωμένος φανατικός
Παραδείγματα χρήσης
- Μείνε ψύχραιμος, όλα θα πάνε καλά.
- Η ψύχραιμη νοσηλεύτρια αντιμετώπισε το επείγον περιστατικό με επαγγελματισμό.
- Οι ψύχραιμοι διαπραγματευτές διατήρησαν την ψυχραιμία τους και κατέληξαν σε συμφωνία.
- Το ψύχραιμο βλέμμα του ηγέτη ηρέμησε το πλήθος.
- Ο ψύχραιμος τρόπος του στην κρίση απέτρεψε λάθη και πανικό.