φοβικός

επίθετο

1. Που εμφανίζει υπερευαισθησία στον φόβο ή τείνει να φοβάται εύκολα.

2. Που εκδηλώνει δισταγμό, ανασφάλεια ή αποφυγή σε καταστάσεις που θεωρούνται επικίνδυνες ή άγνωστες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι φοβικός και αποφεύγει τις κοινωνικές συγκεντρώσεις.
  • Η Μαρία είναι φοβική με τα σκυλιά και δεν πλησιάζει κανένα.
  • Μερικοί άνθρωποι γίνονται φοβικοί όταν έρχονται αντιμέτωποι με το άγνωστο.
  • Ο πολιτικός χρησιμοποίησε φοβικό λόγο για να χειραγωγήσει τους ψηφοφόρους.
  • Μετά το ατύχημα το παιδί έγινε πιο φοβικό και χρειάστηκε υποστήριξη.