δειλιάρης
επίθετοΠου δείχνει ή έχει έλλειψη θάρρους, φοβάται εύκολα και αποφεύγει να αντιμετωπίσει κινδύνους, δυσκολίες ή προκλήσεις, υποχωρεί ή αποσύρεται αντί να δράσει.
Συνώνυμα
δειλός δειλόψυχος φοβητσιάρης κότα λιπόψυχος φοβικός φοβισμένος δειλιασμένος ντροπαλός ανασφαλής αναποφάσιστος αγχωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δειλιάρης δεν τόλμησε να μπει στο σκοτεινό σπήλαιο.
- Να μην του λες 'είσαι δειλιάρης' όταν απλά φοβάται.
- Στη σκηνή φάνηκε ως δειλιάρης, αλλά στην πορεία έγινε πιο τολμηρός.
- Ο μικρός ήταν δειλιάρης μπροστά στα άλλα παιδιά, αλλά αγαπούσε να διαβάζει ιστορίες ηρωικές.
- Μην είσαι δειλιάρης, πάρε το ρίσκο και προσπάθησε.