ταραχή
ουσιαστικό1. Κατάσταση έντονης συναισθηματικής αναστάτωσης ή ανησυχίας που επηρεάζει την ψυχική ηρεμία και τη συμπεριφορά ενός ατόμου.
Συνώνυμα
αναστάτωση αναταραχή αναμπουμπούλα διαταραχή διατάραξη αναβρασμός σύγχυση φασαρία πανικός αγωνία ανησυχία σάλος συνταραχή εκνευρισμός νευρικότητα οχλαγωγία κρίση άγχος νεύρο χαμός ανακατωσούρα σοκ υστερία θόρυβος τρικυμία χάος μπάχαλο ξεσηκωμός κλυδωνισμός αβεβαιότητα αμηχανία ανασφάλεια δυσφορία λαχτάρα στρες κίνηση μπέρδεμα τρόμος κόντρα αστάθεια βαβούρα φουρτούνα πανδαιμόνιο χαοτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταραχή στην πόλη αυξήθηκε μετά τις ανακοινώσεις.
- Μια ξαφνική ταραχή στο σήμα διέκοψε τη μετάδοση.
- Η ταραχή του πλήθους έγινε εμφανής όταν άρχισαν οι διαδηλώσεις.
- Η ταραχή στη θάλασσα ανάγκασε τα σκάφη να μείνουν στο λιμάνι.
- Η προσωπική του ταραχή φάνηκε στον τρόπο που μίλησε.