αυστηρότητα
ουσιαστικό1. Ιδιότητα ή κατάσταση που εκδηλώνεται με συστηματική τήρηση κανόνων, αυστηρούς περιορισμούς και επιβολή πειθαρχίας χωρίς επιείκεια.
2. Βαθμός σκληρότητας ή αυστηρής κρίσης στην αξιολόγηση, στην επιβολή ποινών ή στις απαιτήσεις.
Συνώνυμα
σκληρότητα δριμύτητα δυσκαμψία ακαμψία αυταρχισμός αυταρχικότητα τιμωρητικότητα ανελεησία απαιτητικότητα κατασταλτικότητα λιτότητα σχολαστικότητα πειθαρχία σφιχτότητα σοβαρότητα
Αντώνυμα
επιείκεια χαλαρότητα ανοχή ανεκτικότητα συγκαταβατικότητα ηπιότητα ελαστικότητα ευελιξία μαλακότητα χαλάρωση διαλλακτικότητα υποχωρητικότητα ανοικτότητα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αυστηρότητα του δασκάλου βοήθησε τους μαθητές να οργανώσουν καλύτερα το διάβασμά τους.
- Εφαρμόστηκε αυστηρότητα στους ελέγχους των τελωνείων για την καταπολέμηση του λαθρεμπορίου.
- Η αυστηρότητα της κριτικής τον έκανε να αμφιβάλλει για τη δουλειά του.
- Χρειάζεται αυστηρότητα στη συμμόρφωση με τους κανονισμούς ασφαλείας για να αποφευχθούν ατυχήματα.
- Η αυστηρότητα της ποινής προκάλεσε ευρεία δημόσια αντιπαράθεση.