αναψυχή
ουσιαστικόΧρόνος ή κατάσταση κατά την οποία κάποιος απομακρύνεται από τις υποχρεώσεις και τις έντονες δραστηριότητες για να ξεκουραστεί ή να ασχοληθεί με ευχάριστες δραστηριότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναψυχή στο πάρκο μας έκανε καλό μετά από τη δουλειά.
- Το Σαββατοκύριακο το πέρασαν με αναψυχή κοντά στη θάλασσα.
- Ο δήμος δημιούργησε έναν χώρο αναψυχής για τα παιδιά και τις οικογένειες.
- Για εκείνον, η κηπουρική είναι μια ευχάριστη μορφή αναψυχής.
- Μετά την εξέταση, χρειάζομαι λίγη αναψυχή για να ηρεμήσω.