κόπος
ουσιαστικό1. Η δαπάνη σωματικής ή διανοητικής ενέργειας που απαιτείται ή καταβάλλεται προκειμένου να επιτευχθεί ένας σκοπός ή να ολοκληρωθεί μια εργασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κόπος σου δεν πήγε χαμένος.
- Μην κάνεις κόπο για κάτι τόσο μικρό.
- Με πολύ κόπο, ολοκλήρωσαν το έργο εγκαίρως.
- Οι κόποι του ανταμείφθηκαν με προαγωγή.
- Ο κόπος του ταξιδιού φάνηκε στα κουρασμένα πρόσωπά τους.